Μέγεθος Γραμμάτων 

111/2017 ΠΛΗΜΜ ΑΙΓΙΟΥ  
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ’ εξακολούθηση. Ποινική Δικονομία. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος. Ακριβής καθορισμός της πράξης. Δόλος. Αρκεί ο απλός δόλος και, ως εκ τούτου, δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη αναφορά στο κλητήριο θέσπισμα του είδους του δόλου. Ακυρότητα επιταγής. Χρονολογία εκδόσεως επιταγής. Η σημείωση ανύπαρκτης χρονολογίας, μη ανταποκρινόμενης στο ημερολόγιο, εξομοιώνεται με έλλειψη ταύτης. Σημείωση ανύπαρκτων ημερομηνιών (30-2-20010 και 30-2-20010). Άκυρες, επομένως, οι επιταγές. Αθώωση κατηγορουμένου για το ως άνω έγκλημα.

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΙΓΙΟΥ

ΑΡΙΘΜΟΣ 111/2017

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜ/ΚΕΙΟΥ ΑΙΓΙΟΥ

Συνεδρίαση της 22 Φεβρουαρίου 2017

Δικαστήριο: Αννα Λεοντίου Πρόεδρος Πρωτοδικών Ξανθή Σταμάτη Πλημ/κης Οδυσσέας Ζαμπάρας Πταισματοδίκης (ο οποίος συμμετέχει δυνάμει της υπ’αριθμ. ./2017 πράξης της Προέδρου Πρωτοδικών) επειδή κωλύονται οι τακτικοί Δικαστές Ματθαίος Μάκος Εισαγγελέας

Παναγιώτης Θεοφανόπουλος Γραμματέας

Κατηγορούμενος : …………… κάτοικος ….

Παρών δια πληρεξουσίου

Πράξη: Έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ` εξακολούθηση. Κατ ’ έφεση της υπ ’ αριθμ. 441/23-4-2015 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αιγίου

Στη σημερινή συνεδρίαση του Δικαστηρίου που έγινε δημόσια στο ακροατήριο, η Πρόεδρος εκφώνησε το όνομα του κατ/νου ο οποίος δεν εμφανίστηκε.

Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο Δικηγόρος Αιγίου Ανδρέας Φλώρος ο οποίος, πήρε το λόγο από την Πρόεδρο και δήλωσε ότι εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο στην παρούσα δίκη, προσκομίζοντας την σχετική εξουσιοδότηση.

Στη συνέχεια αναγνώσθηκε, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα, η από 3-7- 2016 εξουσιοδότηση του κατηγορουμένου.

Ο Εισαγγελέας αφού πήρε το λόγο, πρότεινε να γίνει δεκτή η εκπροσώπηση του κατηγορουμένου δια του παραπάνω συνηγόρου υπερασπίσεως.

Ο συνήγορος του κατηγορουμένου πήρε το λόγο και πάλι και ζήτησε την παραδοχή της εκπροσωπήσεως του κατηγορουμένου από αυτόν.

Μετά από αυτά το Δικαστήριο, σε μυστική διάσκεψη που έγινε στην έδρα με την παρουσία του Γραμματέα, κατάρτισε και αμέσως με την Πρόεδρό του, με παρόντες τους λοιπούς παράγοντες της δίκης, δημοσίευσε την 111/2017 απόφασή της, η οποία έχει ως εξής:

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 2 του Κ. Ποιν. Δ., όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 24 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και 13 του Ν 3346/2005, προκύπτει ότι, σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του, η οποία γίνεται κατά τις διατυπώσεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 42 και πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να αναφέρει την ακριβή διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου, στην περίπτωση δε αυτή ο τελευταίος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι` αυτόν. Από τη διατύπωση των παραπάνω διατάξεων καθίσταται σαφές ότι ο κατηγορούμενος επιτρέπεται να εκπροσωπείται στη δίκη από συνήγορο υπερασπίσεως, τον οποίο διορίζει με δήλωσή του κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 εδ. γ ’ του Κ. Ποιν. Δ., με μοναδική προϋπόθεση ότι στην ως άνω δήλωσή του αναφέρει την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του. Στην προκειμένη περίπτωση από την από 3-7-2016 εξουσιοδότηση η οποία αναγνώσθηκε δημόσια στο ακροατήριο, η γνησιότητα της υπογραφής του κατηγορουμένου, επί της οποίας θεωρήθηκε, κατ ’ άρθρ. 42 παρ. 2 εδ. γ’ του Κ.Π.Δ., από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του αποδεικνύεται ότι ο κατ/νος εξουσιοδότησε τον παριστάμενο για λογαριασμό του Δικηγόρο Αιγίου Ανδρέα Φλώρο προκειμένου να παρασταθεί ο τελευταίος γι ’ αυτόν στην παρούσα δίκη και να τον εκπροσωπήσει. Επομένως, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη-, πρέπει να γίνει δεκτή η εκπροσώπηση του κατηγορουμένου δια του παραπάνω συνηγόρου υπερασπίσεώς του, δεδομένου ότι στην ως άνω εξουσιοδότηση του αναφέρεται η ακριβής διεύθυνση της κατοικίας του (διαμονής του).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την εκπροσώπηση του κατ/νου ………. κάτοικο .. στην παρούσα δίκη, δια του συνηγόρου υπερασπίσεως του Δικηγόρου Αιγίου Ανδρέα Φλώρου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση.

Αίγιο, 22-2-2017

Η Πρόεδρος Ο Γραμματέας Ο Εισαγγελέας αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο είπε ότι η υπόθεση εισάγεται μετά από έφεση του κατ/νου κατά της υπ` αριθμ. 441/23-4-2015 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αιγίου ανέπτυξε την έφεση και πρότεινε να γίνει δεκτή.

Μετά από αυτά το Δικαστήριο, σε μυστική διάσκεψη στην έδρα, με την παρουσία και του Γραμματέα, κατάρτισε την ταυτάριθμη με την παραπάνω απόφασή του, η οποία έχει ως εξής:

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑ ΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα έγγραφα [έκθεση εφέσεως, εκκαλούμενη απόφαση] τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο αποδείχθηκε ότι η ένδικη έφεση έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη δεδομένου ότι:

Η υπ’ αριθμ. 441/2015 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αιγίου επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 11-11-2015 και αυτός άσκησε την υπ` αριθμ. ./2015 έφεσή του κατά της παραπάνω απόφασης στις 16-11-2015 δηλαδή εντός της νόμιμης προθεσμίας.

Επομένως η ένδικη έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω από ουσιαστική άποψη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει ως παρόντα δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Φλώρο τον κατηγορούμενο ………. κάτοικο ….. .

Δέχεται την υπ’αριθμ. 210/2015 έφεση του κατ/νου κατά της υπ` αριθμ. 441/2015 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αιγίου.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση.

Αίγιο, 22-2-2017

Η Πρόεδρος Ο Γραμματέας

Μετά από αυτά ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο απήγγειλε με συνοπτική ακρίβεια την κατηγορία και πρόσθεσε ότι για την υποστήριξη της κατηγορίας έχει κλητεύσει μάρτυρα αυτόν που αναγράφεται στο εισαγωγικό δικόγραφο και πρότεινε να αναγνωστούν τα έγγραφα που αναγράφονται στο κάτω μέρος του κατηγορητηρίου.

Η Πρόεδρος εκφώνησε το όνομα του μάρτυρα και βρέθηκε παρών.

Στη συνέχεια ρώτησε τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του κατ/νου αν κλήτευσε μάρτυρες υπεράσπισης και αυτός απάντησε αρνητικά.

Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο υπέβαλε τους παρακάτω αυτοτελείς ισχυρισμούς ήτοι: 1) ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 321 § 1 περ. δ) ΚΠοινΔ και κατά πάγια νομολογία των Δικαστηρίων της ουσίας και του Ανώτατου Ακυρωτικού μας, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει, με ποινή ακυρότητας, τον “ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται” ο κατηγορούμενος, δηλαδή θα πρέπει στο κλητήριο θέσπισμα να καθορίζεται επακριβώς το έγκλημα κατά τα υπό του νόμου καθοριζόμενα συστατικά αυτού στοιχεία, ως και να υπάρχει σαφής, λεπτομερής και ακριβής καθορισμός της αποδιδόμενης πράξεως, σαν σύνολο περιστατικών, επί τω τέλει να ορίζονται και να αναγράφονται λεπτομερώς και επακριβώς όλες οι προϋποθέσεις της αξιόποινης πράξεως για την οποία διώκεται ο κατηγορούμενος (ΑΠ 1496/1990 ΠοινΧρ 1991 661, ΑΠ 1887/1989 ΠοινΧρ 1990 888, ΑΠ 201/1986 ΕλλΔνη 27. 240, ΑΠ 1261/1985 ΠοινΧρ 1986 261, ΑΠ 674/1985 ΠοινΧρ 1985 908, ΑΠ 746/1975 ΠοινΧρ 1976 141, ΑΠ 309/1972 ΠοινΧρ 1972 524, ΑΠ 104/1970 ΠοινΧρον 1970 288, ΑΠ 417/1968 ΠοινΧρ 1969 41, Πλημθεσ 3421/1990 ΠοινΧρ 1990 1056). Ακριβής δε είναι ο καθορισμός της πράξεως όταν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθώς και ο τυχόν απαιτούμενος εξωτερικός όρος του αξιοποίνου (Βλ. Μαργαρίτη, Εφαρμοσμένη Ποινική Δικηγορία, τόμος δεύτερος, Διαδικασία στο Ακροατήριο I, 1998, σ. 228-30, του ιδίου, ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ 1992 σ. 126, Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία, τ. Β/ 1997, σ. 413 επ., Μπουρόπουλου, Ερμηνεία Κωδικός Ποινικής Δικονομίας, τ. 4/1957, σ. 437, Κορφιάτη, ΕΕΝ 1967 σ. 403, Ψαρούδα-Μπενάκη, ΠοινΧρ 1957 σ. 557). Τα ίδια προβλέπονται και από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α` και β` της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και αποτελεί εγχώριο δίκαιο, το οποίο ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: α) να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα την οποία εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας και β) να διαθέτει το χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισής του.

Αν δεν περιέχεται στο κλητήριο θέσπισμα ο ακριβής καθορισμός της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, τότε αυτό και μαζί του η κλήτευση του τελευταίου στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ. Την ακυρότητα αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, δηλαδή αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδο της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρο 173 παρ. 1 ΚΠΔ). (ΤρΠλΚω 584/2013) (Πηγή: ΠοινΔικ 3- 4/2014, 246)

Περαιτέρω ο μη εμφανισθείς πρωτοδίκως κατηγορούμενος μπορεί να προβάλλει για πρώτη φορά σε δεύτερο βαθμό την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού αυτή δεν έχει καλυφθεί ακόμη ίδετε ΤΟ ΚΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΠΙΣΜΑ ΛΑΜΠΡΟΥ X. ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ Κ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ. ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΘΗΝΑ 1996. σελ. 203)

Εν προκειμένω, ειδικώς αναφορικά με την υποκειμενική του υπόσταση, το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι πλημμέλημα και τιμωρείται μόνο όταν τελείται με δόλο (πρόθεση) του δράστη, καθώς ελλείψει ρητής και ειδικής πρόβλεψης από το νόμο, δεν είναι νοητή η τέλεσή του από αμέλεια (άρθρο 26 § 1 ΠΚ). Ο δε δόλος θα πρέπει να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος (ΑΠ 293/1990 ΠοινΧρ 1990 1041, ΑΠ 1436/1984 ΠοινΧρ 1985 413, ΑΠ 278/1980 ΠοινΧρ 1980 824), ήτοι την έκδοση της επιταγής και την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής. Με αυτό το περιεχόμενο, ο δόλος και τα επιμέρους ανωτέρω στοιχεία αυτού θα πρέπει να μνημονεύονται και αυτά στο κλητήριο θέσπισμα, διαφορετικά ακριβής καθορισμός της πράξης δεν υπάρχει (Βλ. για όλα τα ανωτέρω Μαργαρίτη, Εφαρμοσμένη Ποινική Δικηγορία, τόμος δεύτερος, Διαδικασία στο Ακροατήριο I, 1998 σ. 230).

Περαιτέρω, μετά την τροποποίηση του άρθρου 79 ν. 5960/1933, ήδη, με το ν.δ. 1325/1972, διαγράφηκε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη που έκανε λόγο για έκδοση επιταγής, η οποία εν τέλει δεν πληρώθηκε, “εν γνώσει” της έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Η παλαιό αυτή -προ της τότε τροποποίησης του έτους 1972- διατύπωση, άφηνε έξω από την περιγραφή της υπαιτιότητας και άρα από την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τη βαθμίδα του ενδεχόμενου δόλου, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 27 § 2 ΠΚ, όπου ο νόμος απαιτεί να έχει τελεστεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού, δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος. Αντιθέτως, σύμφωνα με την υφιστάμενη – μετά την τροποποίηση του έτους 1972- διατύπωση της εν λόγω διάταξης, η έκδοση ακάλυπτης επιταγής τιμωρείται εάν τελέσθηκε με οποιαδήποτε μορφή δόλου (ακόμα και ενδεχόμενου), αφού απουσιάζει πλέον από το κείμενο του άρθρου 79 ν. 5960/1933 η φράση “εν γνώσει” (Βλ. ενδεικτικά Μαργαρίτη Δημήτραινα, Ακάλυπτη επιταγή, 2001, σ. 122-5).

Εν προκειμένω το κλητήριο θέσπισμα αναφέρει επί λέξει: «Κατηγορείται ως υπαίτιος του ότι στο Αίγιο στις 30-2-2010 και στις 30-4-2010 ….. με πρόθεσή του εξέδωσε δύο επιταγές ……». Με αυτή τη διατύπωση όμως («-υπαίτιος- με πρόθεση….»), δηλαδή χωρίς να διευκρινίζεται με σαφήνεια εάν πρόκειται για άμεσο δόλο ή για ενδεχόμενο δόλο το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα περιέχει εσφαλμένο και μη ακριβή καθορισμό της αποδιδόμενης πράξης ως προς την υποκειμενική της υπόσταση, αφού δεν καθορίζει τον ακριβή βαθμό δόλου (άμεσος η ενδεχόμενος δόλος) προκειμένου να λάβω γνώση της αποδιδόμενης κατηγορίας και να προετοιμάσω ανάλογα την υπεράσπισή μου.

Συνακόλουθα των ανωτέρω υφίσταται ακυρότητα (σχετική ακυρότητα) του κλητηρίου θεσπίσματος την οποία προτείνω ευπροθέσμως, δηλαδή πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, (ως μη εμφανισθείς πρωτοδίκως κατηγορούμενος μπορώ να προβάλλω για πρώτη φορά σε δεύτερο βαθμό την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού αυτή δεν έχει καλυφθεί ακόμη ίδετε ΤΟ ΚΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΠΙΣΜΑ ΛΑΜΠΡΟΥ X. ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ Κ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ. ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΉΚΗ ΑΘΗΝΑ 1996. σελ. 203) η οποία συμπαρασύρει σε ακυρότητα και τις προνενέστερες αυτής διαδικαστικές πράξεις, εις τρόπον ώστε να είναι άκυρη-απαράδεκτη η εναντίον του ασκηθείσα ποινική δίωξη.

II. ΑΚΥΡΕΣ ΟΙ ΕΠΙΤΑΓΕΣ – ΜΗ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

Η AD HOC 27226/1990 ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜΜΕΛΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ (ΕΕΜΠΔ/1991, (462), ΝΟΒ/1991 (278) και Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ) (προσκομιζόμενο σχετικό 1) διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων επί λέξει:

« ……… Επειδή, από την παραπάνω επιταγή, προκύπτει ότι αυτή φέρει, ως ημερομηνία εκδόσεώς της, την 14.9.194. Με τον τρόπο αυτό, όμως, η χρονολογία δεν ανταποκρίνεται. Βέβαια, προς το εν χρήσει ημερολόγιο. Για τον λόγο αυτό, η επιταγή αυτή είναι άκυρη, γιατί αυτή δεν φέρει τα απαιτούμενα, από το νόμο, στοιχεία (βλ. το άρθρο 1 του ν. 5960/33). Ώστε, εξ αιτίας της ακυρότητας αυτής της επιταγής, δεν υπάρχει το κατηγορούμενο έγκλημα- που προϋποθέτει. Βέβαια, τυπικά έγκυρη επιταγή – και ο κατηγορούμενος, συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί αθώος αυτού, όπως ορίζεται, στο διατακτικό (ΒΛ. σχ. Αναστασιάδην, παρ. 44ν, ως και Ροδόπουλον, υπό άρθρ. 79 του ν. 5860/331 H AD HOC 392/2001 ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ (Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΔΕΕ/2001 (889), Δ/ΝΗ/2002 (125), ΧΡΙΔ/2001 (360)) (προσκομιζόμενο σχετικό 2) διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων επί λέξει, στην περίληψη και στο κείμενο της:

«……… Εφόσον η επίμαχη επιταγή

έχει ανύπαρκτη ημερομηνία έκδοσης και άρα είναι

άκυρη …………………,

καθόσον, όπως προκύπτει από την ποοσβαλλόμενη απόφαση, η επίμαγη επιταγή είχε ανύπαρκτη χρονολογία έκδοσης (31-6-1997) και εντεύθεν ήταν, κατά τα άρθρα 1 παρ. 5 και 2 του Ν. 5960/1933 περί επιταγής, άκυρη, οπότε και δεν μπορεί να γίνει λόγος περί παραγραφής της από την επιταγή αυτή απαίτησης, ο δε δεύτερος, ως αλυσιτελής, αφού ο περί παραγραφής ισχυρισμός δεν θα είχε καμία έννομη συνέπεια, διότι, με βάση τα προεκτεθέντα, ήταν ανύπαρκτος ο χρόνος έκδοσης της επίδικης επιταγής. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 873 ΑΚ, 76 εδ.β, 77 και 78 του Ν.Δ. της 17/7-13/8/1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών προκύπτει, ότι η τυπικό άκυρη επιταγή σε διαταγή, καθώς είναι και η έχουσα ανύπαρκτη χρονολογία έκδοσης, όταν εκδίδεται από έμπορο περί παροχής χρημάτων, μπορεί να ισχύει, κατά μετατροπή, ως χρεωστικό ομόλογο σε διαταγή, μεταβιβάζεται με οπισθογράφηση και με την τελευταία μεταβιβάζονται όλα τα εκ του δικαιογράφου δικαιώματα στον υπερού η οπισθογράφηση, αφού, έτσι, τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή, ανεξάρτητα από την αιτία, με την επιλογή του τύπου της έκδοσης επιταγής, η οποία ιδρύει αναιτιώδη ενοχή. Συνεπώς, π επιταγή σε διατανή, που δεν ισχύει ως τέτοια, λόνω ανυπαρξίας της χρονολογίας έκδοσης της (άρθρα 1 παρ. 5 και 2 Ν. 5960/1933………………….)

Η AD HOC 10031/2005 ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ (Δ/ΝΗ 2009 ΚΑΙ ΝΟΜΟΣ) (προσκομιζόμενο σχετικό 3) διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, επί λέξει στο κείμενο της:

«…………..Από το αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι

η τελευταία (ένδικη επιταγή) έφερε κατά την (κατά τον Ιανουάριο 2001) έκδοση και παράδοση της στην παραπάνω Μ.ΑΘ. ως χρονολονία (εκδόσεως), κατά μεταχρονολογία την 31.6.2001, ήτοι ανύπαρκτη και μη ανταποκρινόμενη στο ημερολόγιο ημεροχρονολογία η οποία εξομοιώνεται με την παντελή έλλειψη του τυπικού αυτού στοιχείου (άρθρα 1 αριθ. 5 και 2 ν. 5960/1923). Η από τον εναγόμενο εκδότη εν γνώσει του σημειωθείσα αυτή ανύπαρκτη χρονολογία εκδόσεως, την οποία και αγνοούσε η ως άνω λήπτρια, εγένετο αντιληπτή από τον ενάγοντα ευθύς ως αυτή (λήπτρια- κομίστρια με λευκή οπισθογράφηση μητέρα του) του ενεχείρισε (με απλή παράδοση) την υπόψη επιταγή εντός του ίδιου μήνα (Ιανουάριο 2001). Μετά ταύτα, ο ενάγων ως νόμιμος κατ` άρθρα 16 και 17 § 3 ν. 5960/1933 κομιστής (για το ότι ο από λευκή οπισθογράφηση κομιστής δύναται να μεταβιβάσει νομίμως την επιταγή σε τρίτο με απλή παράδοση του τίτλου, βλ. ΑΠ 565/2003, 1565/2002, 175/2002 ΕλΛ 45.1039, 1040 και 43.1397 ανπστοίχως) αξίωσε από τον εναγόμενο την αντικατάσταση της τότε (τυπικώς) ανίσχυρης (άκυρης) αυτής, λύνω της (αρχικώς) σημειωμένης ανύπαρκτης χρονολονίας εκδόσεως της, επιταγής, με άλλη έγκυρη τέτοια».

Ομοίως διαλαμβάνεται σε ΣυμβΠλημΔρ 82/90 ΝοΒ 39,445, σε ΣυμβΠλημΔραμ 82/90 Υπέρ 1, 484, ΝοΒ 39,444, σε Συμβ Πλημ Πατρών 307/88 ΕΕμπΔ 39, 630 (ίδετε προσκομιζόμενο και επικαλούμενο σχετικό 4 και σχετικό 5)

Εν προκειμένω π υπ` αριθμ. …………. επιταγή ποσού 2.600.00 ΕΥΡΩ φέρει ημερομηνία εκδόσεως την 30-2-20010, ενώ η υπ` αριθμ. ….. επιταγή ποσού 2.600,00 ΕΥΡΩ φέρει ημερομηνία εκδόσεως την 30-4-20010, δηλαδή ημερομηνία και χρονολογία ανύπαρκτη που δεν ανταποκρίνεται στο ημερολόγιο η πρώτη επιταγή και χρονολογία ανύπαρκτη που δεν ανταποκρίνεται στο ημερολόγιο η δεύτερη επιταγή. Συνακόλουθα είναι και οι δύο επιταγές άκυρες, και δεν υφίσταται ποινικό αδίκημα.

Επειδή προσκομίζω και επικαλούμαι:

1) Την AD HOC 27226/1990 ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜΜΕΛΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ (ΕΕΜΠΔ/1991, (462), ΝΟΒ/1991 (278) και Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών (προσκομιζόμενο σχετικό 1)

2) Την AD HOC 392/2001 ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ (Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΔΕΕ/2001 (889), Δ/ΝΗ/2002 (125), ΧΡΙΔ/2001 (360)) (προσκομιζόμενο σχετικό 2)

3) Την AD HOC 1031/2005 ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ (Δ/ΝΗ 2009 ΚΑΙ ΝΟΜΟΣ) (προσκομιζόμενο σχετικό 3) 4) Σελίδες 444, 447 και 458 από το ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ ΜΠΑΡΟΥΤΑΚΗ, ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ 1996 (προσκομιζόμενο σχετικό 4), όπου αναφέρονται οι ΣυμβΠλημΔρ 82/90 ΝοΒ 39,445, σε Συμβ.Πλημ.Δραμ 82/90 Υπέρ 1, 484, ΝοΒ 39,444, σε ΣυμβΠλημΠατρών 307/88 ΕΕμπΔ 39, 630

5) Σελίδα 52 από το Δίκαιο της Επιταγής του Ιωάννη Π. Μάρκου (σχετ.5), όπου αναφέρονται οι ΣυμβΠλημΔρ 82/90 ΝοΒ 39,445, σε ΣυμβΠλημΔραμ 82/90 Υπέρ 1, 484, ΝοΒ 39,444, σε ΣυμβΠλημΠατρών 307/88 ΕΕμπΔ 39, 630

Επειδή οι παρόντες αυτοτελείς ισχυρισμοί μου είναι νόμιμοι, βάσιμοι και αληθινοί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Και με ρητή επιφύλαξη κάθε εν γένει δικαιώματος μου,

ΑΙΤΟΥΜΑΙ

Να γίνουν δεκτοί οι αυτοτελείς ισχυρισμοί μου.

Να κηρυχθεί άκυρη -απαράδεκτη η εναντίον μου ασκηθείσα ποινική δίωξη άλλως να παύσει η εναντίον μου ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω ανυπαρξίας ποινικού αδικήματος εκ μέρους μου. Επίσης προσκόμισε και τα παρακάτω έγγραφα ήτοι:1) απόσπασμα της υπ’ αρ. 392/2001 απόφασης Αρείου Πάγου, 2) απόσπασμα της υπ’ αρ. 27226/1990 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, 3) την υπ’ αρ. 10031/2005 ΕΦ.ΑΘ. 4) δύο νομολογίες.

Ο Εισαγγελέας αφού έλαβε το λόγο πρότεινε να απορριφθεί ο πρώτος αυτοτελής ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, να γίνει δεκτός ο δεύτερος αυτοτελής ισχυρισμός και να κηρυχθεί Αθώος ο κατ/νος.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατ/νου ζήτησε να γίνουν δεκτοί οι αυτοτελείς ισχυρισμοί και την αθώωση του εντολέα του.

Μετά από αυτά το Δικαστήριο, σε μυστική διάσκεψη στην έδρα, με την παρουσία και του Γραμματέα, κατάρτισε την ταυτάριθμη με την παραπάνω απόφασή του, η οποία έχει ως εξής:

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ένδικη έφεση είναι βάσιμη κατ` ουσία και για αυτό πρέπει να γίνει δεκτή.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 321 παρ. του ΚΠΔ το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει :

α) το ονοματεπώνυμο και, αν υπάρχει ανάγκη και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου β) τον προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο καλείται γ) τη χρονολογία, την ημέρα της εβδομάδας και την ώρα που πρέπει να εμφανισθεί δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει….Τα στοιχεία της πράξης καθορίζονται από τη διάταξη του ουσιαστικού ποινικού νόμου και αναφέρονται στα στοιχεία που πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/ 1933, όπως η παρ. 1 αντικ. με το άρθρο 1 του ΝΔ 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα… τιμωρείται… Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το “εν γνώσει” της προϊσχύουσας ρύθμισης, προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτηση του εκτός των αντικειμενικών του στοιχείων απαιτείται γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της έκδοσης δηλαδή της επιταγής που είναι ακάλυπτη. Έτσι με τη νέα ρύθμιση αρκεί- απλός ή ενδεχόμενος δόλος και δεν απαιτείται να είναι άμεσος με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξης (ΑΠ 1345/2010, ΑΠ 2013/2007, 1434/2006). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 Ν 5960/1933 “περί επιταγής”, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ΝΔ 1325/1972, κατά την οποία, εκείνος που εκδίδει επιταγή, η οποία δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, λόγω έλλειψης αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο έκδοσης ή πληρωμής τιμωρείται με τις σ` αυτήν αναφερόμενες ποινές, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος, το οποίο είναι τυπικό, απαιτείται αφενός έκδοση έγκυρης, κατά το νόμο, επιταγής και αφετέρου έλλειψη αντίστοιχων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά τον χρόνο έκδοσης ή πληρωμής, καθώς και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Η εγκυρότητα της επιταγής εξαρτάται είτε από την ύπαρξη όλων των τυπικών στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 1 του Ν. 5960/1933 είτε από την πλήρωση των προϋποθέσεων που τάσσει, ειδικά για την έκδοση της επιταγής, άλλη διάταξη νόμου (ΕφΘεσσ. 765/2004, ΔΕΕ 2014, 1172). Μεταξύ των τυπικών στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 1 του Ν 5960/1933 από τα οποία εξαρτάται η εγκυρότητα της επιταγής είναι και η σημείωση της χρονολογίας εκδόσεως της επιταγής (ΑΠ 254/1985 Ποινχρ ΛΕ 703, ΑΠ 255/1985 ΕΕμπΔ ΛΣΤ ` 674), η οποία έχει σημασία για τον χρόνο ενάρξεως της προθεσμίας προς εμφάνιση του τίτλου. Η σημείωση όμως ανύπαρκτης χρονολογίας, δηλαδή μη ανταποκρινόμενης προς το ημερολόγιο (π.χ. 32.3.1990) εξομοιώνεται με έλλειψη ταύτης και καθιστά άκυρη την επιταγή (Αρ. Ροδόπουλου, Πιστωτικοί τίτλοι, τ. Β ` σ. 16, Α ν α σ τ α σ ι ά δ η, Πιστωτικοί τίτλοι, τ. Β 44 ν, Κ. Ρ ό κ α. Το δίκαιο των αξιόγραφων, Παν. παρ. σ. 31 , ΙΟΟ, Συμβπλπατ307/1988ΑρχΝ Μ` 83), ο δε τίτλος δεν ισχύει ως τοιαύτη (άρθρο 2 εδάφιο πρώτο ν. 5960/1933), οπότε και δεν στοιχειοθετείται το ανωτέρω έγκλημα (ΑΠ 139/1979 Ποινχρ ΚΘ` 434, ΑΠ 709/1982 Ποινχρ ΛΓ 130, ΠλημΑΘ 2456/1961 Ποινχρ ΙΑ 423-ΠλημμΔρ. 82/1990, ΝοΒ 1991,444, όπου και οι αμέσως ανωτέρω παραπομπές).

Στην προκειμένη περίπτωση ο συνήγορος του κατηγορουμένου με τον πρώτο προβαλλόμενο αυτοτελή ισχυρισμό επικαλείται ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο η διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ` εξακολούθηση διότι σε αυτό αναφέρεται ότι κατηγορείται ως υπαίτιος του ότι στο Αίγιο στις 30-2-2010 και στις 30-4-2010 ….με πρόθεσή του εξέδωσε δύο επιταγές…, από τη διατύπωση όμως αυτή το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα περιέχει εσφαλμένο και μη ακριβή καθορισμό της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης ως προς την υποκειμενική) της υπόσταση, αφού δεν καθορίζει τον ακριβή βαθμό δόλου (άμεσου ή ενδεχόμενου). Ωστόσο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα, για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ακάλυπτης επιταγής υποκειμενικούς αρκεί ο απλός δόλος, ο οποίος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών που απαρτίζουν την αξιόποινη αυτή πράξη και επομένως δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη αναφορά στο κλητήριο θέσπισμα του είδους του δόλου προκειμένου αυτό να είναι ορισμένο. Επομένως, ο ανωτέρω ισχυρισμός του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί. Ακολούθως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο κατηγορητήριο περιστατικά οι μνημονευόμενες σε αυτό επιταγές, όπως προκύπτει και από τα φωτοαντίγραφά τους που επισυνάπτονται στη δικογραφία και αποτελούν αναγνωστέα κατά το κατηγορητήριο έγγραφα φέρουν ημερομηνία εκδόσεως την 30-2- 20010 και 30-4-20010, ημερομηνίες οι οποίες είναι ανύπαρκτες, και, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, οι ανωτέρω επιταγές είναι άκυρες και κατά συνέπεια δεν στοιχειοθετείται το κρινόμενο έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, και επομένως κατά παραδοχή του προβαλλόμενου εκ μέρους του συνηγόρου του κατηγορουμένου δεύτερου αυτοτελή ισχυρισμού, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος για την πράξη της έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ`εξακολούθηση που του αποδίδεται.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει ως παρόντα δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Φλώρο τον κατηγορούμενο ………….. κάτοικο ..

Δέχεται κατ’ουσία την υπ’ αριθμ. ./2015 έφεση του κατ/νου κατά της υπ` αριθμ. 441/2015 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αιγίου.

Απορρίπτει πρώτο αυτοτελή ισχυρισμό περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος.

Δέχεται δεύτερο αυτοτελή ισχυρισμό.

Κηρύσσει τον κατ/νο ΑΘΩΟ του ότι στο Αίγιο στις 30/2/2010 και στις 30/4/2010 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και ειδικότερα με πρόθεση εξέδωσε δύο (2) επιταγές, μη πληρωθείσες στο νόμιμο κομιστή του εγκαλούντα …………. αγώνα από την πληρώτρια Τράπεζα, διότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τους χρόνους εκδόσεως των επιταγών και κατά τους χρόνους πληρωμής αυτών. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος εξέδωσε: α) στις 30-2-2010 την υπ’ αριθμ. ……. επιταγή, ποσού 2.600 € και β) στις 30- 4-2010 την υπ. αρ. …….. επιταγή ποσού 2.600 €, όλες με πληρώτρια τράπεζα το κατάστημα της ……. στο . και οι δύο σε διαταγή ……… αγώνα, οι οποίες αφού εμφανίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή στην προαναφερόμενη πληρώτρια τράπεζα, στις 1-3-2010 και 3-5-2010 αντίστοιχα, δεν πληρώθηκαν διότι στον οικείο υπ’ αρίθμ. …………… λογαριασμό δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση.

Αίγιο, 22-2-2017

Η Πρόεδρος Ο Γραμματέας

Ρ.Κ.